JoDöden – Sittandes I Sjön Med Vatten över Huvudet


Η κυκλοφορία αυτή είναι σαν να διαβάζεις το ημερολόγιο κάποιου. Αυτός ο κάποιος είναι ο JoDöden. Είναι από τις περιπτώσεις που κάποιος επιλέγει να εκθέσει τις βαθύτερες πτυχές του χαρακτήρα του μέσω της μουσικής, χωρίς να τον απασχολεί ιδιαίτερα η καλλιτεχνική αρτιότητα και η μουσική συνάφεια. Το άλμπουμ στο πρώτο άκουσμα μου φάνηκε αποσπασματικό, με διάσπαρτες ιδέες και χωρίς συνοχή… όμως με μία δεύτερη ματιά, έχοντας δεχθεί ότι ο συνθέτης δεν ενδιαφέρεται για συμβατότητες και δεν επιζητά την αποδοχή, τότε ανοίχτηκε ένας νέος κόσμος μπροστά μου, όπου και βρήκα πολλά σημεία ταύτισης. Στο μουσικό μέρος του δίσκου, όπου οι συνθέσεις δεν εκτελούνται αμιγώς από ακουστική κιθάρα, βρίσκουμε ένα μίγμα ατμοσφαιρικού black, progressive και neofolk. Δεν έχει γίνει κανένα φιλτράρισμα σε εκτελεστικά λάθη και οι συνθέσεις είναι αρκετά μινιμαλιστικές, έχοντας ένα Burzum vibe (η φοβερή διασκευή, εξάλλου στο “Hermoðr Á Helferð” το επιβεβαιώνει). Όλη η ηχογράφηση μοιάζει σα να έγινε σε ένα τετρακάναλο σε κάποιο απομονωμένο σπίτι, σε συνθήκες απόλυτου ερημιτισμού από έναν άνθρωπο που παλεύει με τον εαυτό του. Νομίζω ότι το εξώφυλλο το περιγράφει εύγλωττα!

This release is like reading a person’s diary. This person is JoDöden. It is one of the occasions when one chooses to expose the deeper aspects of his character through music, without being particularly concerned with artistic excellence and musical contingency. At the first spin the album seemed fragmentary, with scattered ideas and uncoordinated … but listening to it the second time, having accepted that the composer is not interested in compatibility and does not seek acceptance, then a new world opened in front of me, where I found many things I could relate with. In the musical part of the album, at the parts where the compositions are not performed purely by acoustic guitar we find a mixture of atmospheric black, progressive and neofolk. There has been no filtering of mistakes in the execution and the compositions are quite minimalistic, bearing a Burzum vibe (the amazing adaptation of “Hermoðr Á Helferð” confirms it). All the recordings sound like having been made on a four-channel console in an isolated cabin, under conditions of absolute seclusion by a man struggling with his own self. The cover art describes this vividly! 

823total visits,3visits today