Deafheaven – Ordinary Corrupt Human Love

Ordinary Corrupt Human Love by deafheaven  Τους Deafheaven τους γνώρισα…

 Τους Deafheaven τους γνώρισα όταν έκαναν το “μπαμ” με το δεύτερό τους άλμπουμ “Sunbather” το 2014.  Ο όρος blackgaze είχε αρχίσει να στήνει αρκετά ιντερνετικά πηγαδάκια εκείνη την περίοδο, και όχι άδικα κατά τη γνώμη μου, από τη στιγμή που επρόκειτο για ένα από τα (λίγα κατά γενική ομολογία) ρεύματα στη μέταλ μουσική που έδιναν -και συνεχίζουν να δίνουν- ένα φρέσκο αέρα στη μάλλον προβλέψιμη κατεύθυνση που έχει πάρει ο σκληρός ήχος την τελευταία δεκαετία. Εκτός από εκείνο το εντελώς αντισυμβατικό ροζ εξώφυλλο και το αποκαλούμενο “hipster” image, ανακάλυψα μια μπάντα που είχε πράγματα να πει με έναν εντελώς δικό της τρόπο, ενσωματώνοντας τον, κυρίως αμερικάνικης αισθητικής, black metal ήχο της μέσα στα πλαίσια μιας wall of sound προσέγγισης, που έφερναν στο μυαλό εκτός από τους Wolves In The Throne Room και τους Krallice (στα πιο ατμοσφαιρικά τους) σχήματα σαν τους My Bloody Valentine (αν δεν έχεις ακούσει το ιστορικό “Loveless”, μη χάνεις χρόνο) και τους Swans.
 Αισίως η μπάντα έχει φτάσει στον τέταρτο δίσκο της που ονομάζεται “Ordinary Corrupt Human Love” και κυκλοφόρησε στις 13 Ιουλίου από την Anti Records. Έχω την αίσθηση πως ο ήχος, η αισθητική και το μήνυμα που ήθελαν από πάντα να περάσουν οι Deafheaven έχουν πάρει την πιο άρτια μορφή τους σε αυτό το άλμπουμ. Το πρώτο κομμάτι “You Without End”, με τις ξεκάθαρα 00s post rock καταβολές του, τα αισθαντικά bends στις κιθάρες, το πιάνο και το εκπληκτικό spoken word passage να λειτουργούν σαν προοίμιο για το πρώτο ξέσπασμα του πάντα παθιασμένου George Clarke στα σχιστά φωνητικά, συνιστά μια ιδανική εισαγωγή στο δίσκο. Το “Honeycomb” που ακολουθεί ήταν και το πρώτο single που έδωσε η μπάντα στη δημοσιότητα. Σε πρώτη φάση δείχνει να λειτουργεί σαν ένας συγκερασμός ανάμεσα στην αισθητική του Sunbather και του (3ου δίσκου τους) New Bermuda. Αυτό συμβαίνει μέχρι να ξεσπάσουν τα σχεδόν rock n’ roll leads του Kerry McCoy, τα οποία μου έφεραν στο μυαλό μέχρι και Dinosaur Jr. επιρροή. Το κομμάτι κλείνει με έναν ξεκάθαρα post rοck νοσταλγικό επίλογο που αποτελεί και ένα εκ των highlights του δίσκου. Το “Canary Yellow” στη συνέχεια είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό σύγχρονο Deafheaven κομμάτι, καθώς συνδυάζει όλα τα στοιχεία του άλμπουμ σε απόλυτη αρμονία. Καταπραϋντική εισαγωγή που οδηγεί σε ένα post black metal ξέσπασμα με τις, γνωστές  πια, ματζόρε μελωδίες και αρμονίες, τα blastbeats και τον Clarke να συνεχίζει να ερμηνεύει ακάθεκτος. Τα καθαρά, σχεδόν χορωδιακά, φωνητικά στο επικό ending είναι το πρώτο πράγμα που ίσως “ξενίσει” τον, ως τότε συνηθισμένο μόνο στα screams, Deafheaven ακροατή.  Είναι όμως μέχρι να μπει το “Near”. Ένα ξεκάθαρα shoegaze-dream pop κομμάτι με κιθάρες βυθισμένες στο reverb και το delay, μουρμουριστές διφωνίες (μιλάμε ΜΟΝΟ για καθαρά φωνητικά εδώ) που κλείνουν το μάτι στους Slowdive, τους  Ride και τους Sway (ακούστε το “The Millia Pink And Green” EP και θα με θυμηθείτε). Έπειτα, έρχεται το “Glint”, ένα κομμάτι στα χνάρια του “Cannary Yellow”, με τον Clarke να δίνει ίσως την πιο έντονη φωνητική του ερμηνεία μέσα στο δίσκο και τον McCoy να ξεσπάει πάλι με ένα εξαιρετικό lead part στο τελείωμα.  Η επόμενη έκπληξη βρίσκεται στο “Night People”. Ένα gothic-chillwave κομμάτι με την Chelsea Wolfe στα lead φωνητικά, ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα και αισθητικές πινελιές που πρώτη φορά βλέπουμε τους Deafheaven να υιοθετούν. Ξαφνιάζει μάλλον ευχάριστα! Τέλος, το ending track “Worthless Animal” μας επαναφέρει στην πραγματικότητα και φέρνει την ισορροπία που χρειαζόταν ο δίσκος για να “δέσει” σαν σύνολο. Post black metal με ουσία, χαρακτήρα και άλλο ένα εθιστικό ending section.
 Πρέπει βεβαίως να επισημανθεί η απολύτως ταιριαστή δουλειά που έχει γίνει στον ήχο και την παραγωγή. Τα τύμπανα έχουν τον “τενεκεδένιο” χαρακτήρα που είχαν και στο New Bermuda, οι κιθάρες είναι πλούσιες, χωρίς υπερβολές, με τα κατάλληλα εφέ να εμφανίζονται εδώ κι εκεί, όπου ακριβώς χρειάζεται. Το μπάσο δένει ιδανικά, και ξεχωρίζει με τα γεμίσματά του όταν πρέπει. Άξιο παρατήρησης είναι το γεγονός πως το mastering δεν είναι πιεσμένο στο βαθμό υπερβολής που ήταν στις προηγούμενες κυκλοφορίες της μπάντας (χωρίς αυτό να σημαίνει πως είναι χαμηλό), πράγμα που αφήνει τις δυναμικές του δίσκου να “αναπνεύσουν” και να αναδειχθούν.
 Η απόδοση της μπάντας είναι στα υψηλότερα επίπεδα που έχουν φτάσει μέχρι τώρα. Με καινούριο μπασίστα στη σύνθεσή τους να δίνει το δικό του χρώμα, τον ογκόλιθο πίσω από τα τύμπανα με το όνομα Daniel Tracy να επιβεβαιώνει για άλλη μια φορά πως πρόκειται για έναν από τους καλύτερους ντράμερ στο είδος του (το στρώσιμο που κάνει στα κομμάτια είναι για σεμινάριο) και βεβαίως τους McKoy και Clarke να δίνουν τις σωστές κατευθυντήριες γραμμές ως masterminds, το παίξιμο αποκτά μια πραγματική αίσθηση δεσίματος και δουλεμένου συνόλου.
 Επιλογικά, αν πιάσετε από την αρχή όλη τη δισκογραφία αυτής της μπάντας, θα διαπιστώσετε την ποικιλομορφία που την χαρακτηρίζει καθώς και την εξέλιξη που δείχνουν σε κάθε τους δουλειά, και εύκολα θα δικαιολογήσετε τον ντόρο που γίνεται γύρω από το όνομά τους. Μπάντες που ανοίγουν τον ορίζοντα της σκληρής μουσικής και ενσωματώνουν ετερόκλητα μεταξύ τους στοιχεία όπως το black και το indie-alternative, χρειάζονται σήμερα για να δώσουν αέρα φρεσκάδας, να προκαλέσουν αντιδράσεις, και εν τέλει να πάνε τη μουσική λίγα βήματα παραπέρα. Κατά την ταπεινή μου γνώμη το OCHL είναι μια από τις κυκλοφορίες της χρονιάς, είναι τουλάχιστον ισοδύναμο με το Sunbather και ο χρόνος μένει να δείξει αν θα μείνει το ίδιο κλασικό…

παρουσίαση: Νικόλας Λουκόπουλος

 I came across Deafheaven for the first time when they blew the roof off with their second album “Sunbather” in 2014. The term blackgaze had begun being discussed in several internet chats and walls at that time, not unjustly in my opinion, since it was one of the (few to speak the truth) trends of metal music that offered – and still continues giving – a breath of fresh air in the otherwise predictable direction that the extreme sound has followed the last decade. In addition to that totally unconventional pink cover and the so-called “hipster” image, I discovered a band that had things to say in a totally personal way, incorporating its aesthetics of American black metal sound within a wall-of-sound approach, which brought in mind Wolves In The Throne Room and Krallice (in their most atmospheric moments) as well as bands like My Bloody Valentine (if you haven’t listened to the classic “Loveless”, do not waste time) and The Swans.
 Years passed by, the band has reached its fourth album called “Ordinary Corrupt Human Love”, which was released on July 13 by Anti Records. I have the feeling that the sound, the aesthetics and the message that Deafheaven always wanted to get through have taken their most perfect form in this album. The first track, “You Without End,” with its definite 00s post rock origins, the sensational bends on guitars, piano and the amazing spoken word passage to work as a prelude to the first outburst of ever-passionate George Clarke in the screaming vocals, is an ideal introduction to the recording. “Honeycomb” that follows was the first single released by the band. On first interpretation it seems to work as a bridge between the aesthetics of Sunbather and their third record, New Bermuda. This is the case until Kerry McCoy’s almost rock n ‘roll leads burst out, making me think that there is even a Dinosaur Jr. influence here. The song closes with a post-rock nostalgic epilogue that is one of the album’s highlights. “Canary Yellow” is perhaps the most distinctive contemporary Deafheaven song, combining all the elements of the album in perfect harmony. A soothing introduction that leads to a post black metal outburst with the well-known major key melodies and tunes, the blastbeats and Clarke, who continues to perform undeterred. The clear, almost choral, vocals in the epic ending are the first thing that may “puzzle” the, so far only used to screams, Deafheaven fan. But this lasts only until “Near” comes along. A shoegaze – dream pop song with full reverb and delay on guitars, mumbling double vocals (ONLY clear vocals here) that glances into Slowdive, Ride and Sway (listen to “The Millia Pink And Green” EP and you will find out for yourselves). Then “Glint” comes, a track on the same path with “Canary Yellow,” with Clarke probably giving his most intense vocal performance in the album and McCoy exploding again with an excellent lead part on the finish. The next surprise comes with “Night People”. A gothic – chillwave track with Chelsea Wolfe on the lead vocals, electrified atmosphere and aesthetic touches which Deafheaven adopts for the first time. A nice surprise! Finally, the ending track “Worthless Animal” actually takes us back to reality and brings the balance that the recording needed to become solid. Post black metal with substance, character and another addicting ending section.
Of course, it is worth highlighting the perfectly fitting work that has been done on sound and production. The drums have the same “tin” sound that they had in New Bermuda, the guitars are rich, without exaggeration, with the right effects appearing here and there where it is needed. The bass ties in perfectly, and stands out with its fills when it is needed. It is worth noting that the mastering is not “compressed” to the degree of exaggeration as it was in the band’s previous releases (without this meaning this time is low), leaving room for the dynamics of the album to “breathe” and emerge.
 The band’s performance is at the highest level so far. With the new bassist in their ranks offering his own touch, the “monolith” behind the drums named Daniel Tracy who once again confirms that he is one of the best drummers of his kind (the built up he performs in the tracks is seminar) and McKoy and Clarke, of course, giving the right guidelines like the masterminds they are, the band performs with a really solid and tight character.
 In conclusion, if you listen to all the band’s recordings from the beginning, you will come to realize the diversity that characterizes them and the evolution the band shows in each of its work, easily justifying the whole fuss around Deafheaven. Bands that break ground in extreme music and embody diverse elements such as black and indie – alternative, are substantial nowadays, giving a breath of fresh air, dragging the waters, and ultimately pushing the boarders of music a few steps further. In my humble opinion, OCHL is one of the best releases of the year, it is at least equivalent to “Sunbather” and time will show if it will become as classic…  

by Nikolas Loukopoulos

fb page: https://www.facebook.com/deafheaven

On   By   Comments Off on Home
Read more

Unbirth – Fleshforged Columns of Deceit

Fleshforged Columns of Deceit by UNBIRTH Διεγερμένος από την απολαυστική…

Διεγερμένος από την απολαυστική εμφάνιση των Mortal Torment το προηγούμενο Σάββατο ζγκαρντίτσα βγήκα στη γύρα στο διαδίκτυο αποζητώντας φρέσκο βάρβαρο death metal. Και κατέληξα στους Ιταλούς Unbirth και το δεύτερο δίσκο τους “Flesh Forged Columns of Deceit” που κυκλοφόρησε πριν ένα μήνα περίπου. Η Ιταλική σκηνή του χώρου, ως γνωστόν, έκανε το μεγάλο «μπαμ» πριν μία δεκαετία με τους Fleshgod Apocalypse και τους Hour Of Penance κατά κύριο λόγο, αλλά και άλλες μπάντες (Hideous Divinity, Ade, Septycal Gorge, Putridity, Anthropofagus) δημιουργώντας ένα καλό όνομα. Brutal death metal, λοιπόν, αρκετά τεχνικό και συνάμα βίαιο που ναι μεν έχει επιρροές από Αμερική, αλλά δεν έχει με την καμία την αυνανιστική και εντελώς κουραστική τεχνική φλυαρία ή την ανούσια και αυτάρεσκη καφρίλα της αμερικάνικης σκηνής (που με έχει απογοητεύσει αφάνταστα τα τελευταία χρόνια). Εδώ ακούς riff καλοδουλεμένα που συχνά πυκνά σου προξενούν ρίγη στο κορμί, φωνητικά χωρίς κατάχρηση στην ακρότητα, βγαλμένα από τις κλασσικές εποχές του death metal, τεχνική και πολυπλοκότητα τόσο-όσο (που λένε και στο masterchef.!.!). Κλείνοντας θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας μία πληροφορία σχετικά με το όνομα της μπάντας: “U N B I R T H is a sexual fetish involving the desire to be “swallowed alive” by the female genitalia.” 

Aroused by the pleasure of watching Mortal Torment perform live last Saturday, I went out on the internet to find some fresh death metal brutality. And I ended up with the Italians Unbirth and their second album “Flesh Forged Columns of Deceit” that was released about a month ago. The Italian scene of the genre, as it is known, made some kind of big “bang” a decade ago with Fleshgod Apocalypse and Hour Of Penance, but also other bands (Hideous Divinity, Ade, Septycal Gorge, Putridity, Anthropofagus) and has built a solid scene. Brutal death metal, therefore, is what we listen to today, quite technical and violent, which has influences from America, but it does not have any of the tiresome and utterly tedious technical abuse or the unobtrusive and self-indulging ultra-brutality of the American scene (that has unimaginably disappointed me the last few years). This is where you hear riffs that are well crafted, which often cause you a body chill, vocals without abuse in extremity taken out of the classic death metal era, technicality and complexity in the proportions… To conclude, I would like to share with you some info about the band’s name: “U N B I R T H is a sexual fetish involving the desire to be” swallowed alive “by the female genitalia.”

fb page: https://www.facebook.com/unbirthproject/

On   By   Comments Off on Home
Read more

Live Videos 2018 c

On   By   Comments Off on Home
Read more

Covet – Effloresce

effloresce by covet Μία κιθάρα, ένα μπάσο και ένα μινιμαλιστικό…

Μία κιθάρα, ένα μπάσο και ένα μινιμαλιστικό drum kit είναι αρκετά όταν το ταλέντο και η positive attitude περισσεύουν για να κυκλοφορήσει ένας τόσο θαυμάσιος δίσκος. “We are 3 friends that just want to play music, travel, and have fun” γράφουν στο impressum τους οι Covet και χτυπάνε μία ευαίσθητη χορδή, φέρνοντας στο μυαλό μου μία εποχή που, βάζοντας “listen to” αντί για “play”, θα μπορούσε να περιγράψει εύκολα τη νεανική ζωή μου με τους φίλους μου. Στα της μουσικής, το τρίο από την Καλιφόρνια παίζει instrumental math rock (όπως η ίδια η μπάντα αυτοπροσδιορίζεται) – εγώ θα προτιμούσα τον όρο progressive fusion/jazz rock. Η μπάντα έχει ως πυλώνα την καταπληκτική δουλειά της Yvette Young στην κιθάρα, όπου με χαρακτηριστική ευκολία δημιουργεί πολύπλοκους ρυθμούς. Σαφώς και υπάρχει ένα μεγάλο υπόβαθρο επιρροών πίσω από τον τρόπο που παίζει, το οποίο αν ισχυριζόμουν πως μπορώ να κατονομάσω θα ψευδόμουν. Πρόκειται για έναν τεράστιο ανεξερεύνητο (προς το παρόν) από μένα χώρο. Η τεχνική κατάρτιση του David Adamiak στο μπάσο και του Forrest Rice στα τύμπανα είναι απλά άψογη και μαζί με την Yvette δημιουργούν ένα σφιχτοδεμένο σύνολο.  Ενστικτωδώς, όπως συνήθως, και με βάση την τέρψη που μου προσέφερε η μουσική τους, αποφάσισα να παρουσιάσω σήμερα το “Effloresce”…. Όσο «δύσκολη» και εξειδικευμένη και αν είναι, πάντως, η μουσική τους νομίζω ότι αξίζει να τους ακούσετε…

A guitar, a bass, and a minimalistic drum kit are enough, when talent and positive attitude are abundant, to produce such a wonderful album. “We are 3 friends that just want to play music, travel, and have fun” Covet write at their impressum and struck a chord, bringing to my mind a time when, putting “listen to” instead of “play” could easily describe my youthful life with my friends. In the music, the Californian trio plays instrumental math rock (as the band itself is self-defined) – I would prefer the term progressive fusion / jazz rock. The band has as a pillar Yvette Young’s amazing work on the guitar, where with tremendous ease she manages to create complex rhythms. Clearly, there is a large background of influences behind the way she plays, which if I claimed I can name myself, I would be lying. It’s a huge, unexplored by me (for now) musical field. David Adamiak’s technical skills on the bass and Forrest Rice’s on the drums are simply flawless and along with Yvette they create such a tight trio. Instinctively, as usual, and based on the indulgence this recording offered to me, I decided to present “Effloresce” today… As much ‘difficult’ and sophisticated their music is, I think it’s worth listening to them…  

fb page: https://www.facebook.com/covetband/

 

On   By   Comments Off on Home
Read more

Eishan Ensemble – Nim Dong

Nim Dong by Eishan Ensemble Το συγκεκριμένο άλμπουμ «έσκασε» στο…

Το συγκεκριμένο άλμπουμ «έσκασε» στο mail από την Art As Catharsis, η οποία έχει στο ρόστερ της από indie μέχρι death μπάντες, ψάχνεται πολύ με «πειραματικές» μπάντες και δείχνει ιδιαίτερη αδυναμία σε αυτές που έχουν πολλά jazz στοιχεία. Φυσικά, όλα αυτά συμβαίνουν κυρίως με μπάντες από τη χώρα των καγκουρό (όπου και έχει την έδρα η δισκογραφική), της οποίας χώρας οι συμπαθείς μουσικοί έχουν αποδείξει πολλάκις ότι κουβαλάνε μία γερή δόση μουσικής «τρέλας». Οι Eishan Ensemble είναι δημιούργημα του Hamed Sadeghi, Ιρανού συνθέτη και βιρτουόζου του παραδοσιακού Περσικού οργάνου Tar ο οποίος είναι και ο συνθέτης του “Nim Dong”. Με τη συνδρομή αρκετών άψογων εκτελεστικά μουσικών (Pedram Layegh: guitar, Michael Avgenicos: saxophone, Elsen Price: double bass, Adem Yilmaz: percussion), ο δίσκος είναι ουσιαστικά μία μίξη παραδοσιακής περσικής μουσικής με jazz/fusion στοιχεία. Δεν είμαι ειδικός για να πω αν και πόσο καλός είναι ο δίσκος, αλλά προσωπικά μου άρεσε πάρα πολύ και γι’ αυτό και τον παρουσιάζω. Το γεγονός ότι πολλές φορές η μουσική του δίσκου έφερνε στο μυαλό μου πολλά ακούσματα από Έλληνες συνθέτες δείχνει το αυτονόητο – ότι η μουσική της Μέσης Ανατολής τους έχει επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό (για τη δε παγκόσμια ροκ και heavy μουσική δεν το συζητάμε καν…). Ελπίζω να σας αρέσει…

This particular album “popped” in my mail from Art As Catharsis, which has in its roster from indie to death bands, it is very interested in “experimental” bands and shows a particular soft spot for those with many jazz elements. Of course, this is the case mostly with bands from the land of the kangaroos (where the record label is originated from), whose country’s musicians often put a huge dose of “madness” in the way they write music. Eishan Ensemble is the creation of the Iranian Hamed Sadeghi, composer and virtuoso of the traditional Persian instrumental Tar, who is also the composer of “Nim Dong”. With the help of several excellent musicians (Pedram Layegh: guitar, Michael Avgenicos: saxophone, Elsen Price: double bass, Adem Yilmaz: percussion), the album is basically a mix of traditional Persian music with jazz / fusion elements. I’m not qualified to say how good the album is, but I personally liked it very much and that’s why I present it. The fact that many times the music of the album brought to my mind many sounds from Greek composers shows the obvious – that the music of the Middle East has influenced them to a great extent (for international rock and heavy music it goes without question how influential Middle Eastern music  was…). I hope you like it…

fb page: https://www.facebook.com/EishanEnsemble/

Art As Catharsis: https://artascatharsis.bandcamp.com/

On   By   Comments Off on Home
Read more

Con Artist – Con Artist

Con Artist by Con Artist Ας ακούσουμε σήμερα και κάτι…

Ας ακούσουμε σήμερα και κάτι που δεν παρουσιάζουμε συχνά… Djent, αλλά τόσο brutal και βίαιο που σε μεγάλο μέρος του περνάει τα νοητά σύνορα του deathcore. Πολύ δύσκολα μου αρέσει κάτι στο είδος, αλλά οι Σαλονικιοί πραγματικά «τα σπάνε». Οι CA έχουν αδυναμία στους Vildhjarta και καλά κάνουν γιατί είναι οι καλύτεροι imo στο είδος. Υπερbrutal φωνητικά, πολύ groove, αλλά και σκοτεινή ατμόσφαιρά χωρίς υποχωρήσεις στην επιθετικότητα. Η πολύ καλή τεχνική κατάρτιση σε συνδυασμό με την δυναμική παραγωγή είναι επίσης στα συν της μπάντας. Θα σταθώ, επίσης, και στο πολύ δυνατό εξώφυλλο του δίσκου που συμβάλλει κι αυτό στο να χαρακτηρίσω το “Con Artist” μία συνολικά προσεγμένη κυκλοφορία. Αν αναλογιστεί κανείς ότι πρόκειται για το ντεμπούτο μίας μπάντας νεαρών ηλικιακά ανδρών μπορεί εύκολα να φτάσει στο συμπέρασμα ότι οι Con Artist είναι ο ορισμός του σχήματος που συνηθίζουμε να αποκαλούμε «ελπιδοφόρο». Προς το παρόν διατίθεται μόνο σε ψηφιακή μορφή και πιθανολογώ ότι θα υπάρξουν και φυσικές κόπιες στο μέλλον.

Let’s listen today to some music we do not often present… Djent, but so brutal and violent that it often crosses the imaginary boundaries of deathcore… I find it very difficult to like something of the genre, but the guys from Thessaloniki really kick ass. CA seems to have a soft spot for Vildhjarta and that is legit as this band is the best in the genre imo. What we have here is superbutal vocals, very groovy rhythms, but also dark atmosphere without holding back on aggression at any point. The bandmembers’ good technical skills coupled with the dynamic production are some of the extra pros of the release. I will also point how powerful the cover of the album is, contributing to characterizing “Con Artist” a totally well-planned-to-the-last detail release. If one considers that this is the debut of a band of young age men, he/she can easily come to the conclusion that Con Artist is the definition of the band we call “hopeful”. The recording is currently only available in digital form and I suspect there will be physical copies in the future.

fb page: https://www.facebook.com/ConArtistDjent/

On   By   Comments Off on Home
Read more

15561total visits,124visits today